Όταν η αμερικανική πολιτική πληγώνει βαθιά τις ευαισθησίες απλών πολιτών άλλων χωρών και καταλήγει σε βία, το κόστος το επωμίζονται πρώτοι οι διπλωμάτες. Τη θέση αυτή είχε διατυπώσει πριν από χρόνια ο Τζον Μπρέιντι Κίσλινγκ, που το 2003 κατέβαλε προσωπικό τίμημα εξαιτίας ενός πολέμου των ΗΠΑ. Η αποτίμησή του για τις τρέχουσες εξελίξεις αποκτά ιδιαίτερο βάρος, αφού ο Λευκός Οίκος παραδέχθηκε πως ένας άλλος πόλεμος, εκείνος με το Ιράν, προκάλεσε την ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές.
Με βάση τα αποτελέσματα, οι Δημοκρατικοί φέρονται να παίρνουν τον έλεγχο και της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας, καταφέροντας ισχυρό πλήγμα στον Ντόναλντ Τραμπ. Στη Βουλή εμφανίζονται να έχουν κατοχυρώσει τουλάχιστον 247 έδρες, έναντι 153 των Ρεπουμπλικανών. Στη Γερουσία η δημοκρατική παράταξη συγκεντρώνει, σύμφωνα με τις ενδείξεις, 54 έως 56 έδρες έναντι 44 έως 46 των Ρεπουμπλικανών, ενώ ορισμένες αναμετρήσεις δεν έχουν ακόμη κριθεί.
Η ικανοποίηση του Τζον Μπρέιντι Κίσλινγκ για την εκλογική έκβαση ήταν εμφανής. Με το παρελθόν του, η αντίδραση εξηγείται. Εντάχθηκε στο αμερικανικό διπλωματικό σώμα το 1983 και υπηρέτησε στο Τελ Αβίβ, την Καζαμπλάνκα, την Ουάσιγκτον, το Ερεβάν και την Αθήνα, όπου τοποθετήθηκε δύο φορές, τη δεύτερη ως πολιτικός σύμβουλος. Τον Φεβρουάριο του 2003, όμως, παραιτήθηκε, διαμαρτυρόμενος για τον πόλεμο που επίκειτο στο Ιράκ.
Όπως έλεγε, ο αποκαλούμενος «Παγκόσμιος Πόλεμος κατά της Τρομοκρατίας» ήταν, πριν από οτιδήποτε άλλο, επίθεση κατά του αμερικανικού Συντάγματος. Δήλωνε ότι δεν μπορούσε να προβάλλει διεθνώς τις πολιτικές της κυβέρνησής του. Ανάμεσα στα ερωτήματα στα οποία, κατά τον ίδιο, η Ουάσιγκτον δεν ήταν τότε σε θέση να απαντήσει ήταν και τούτο: υπήρχε πράγματι άμεση στρατιωτική απειλή κατά των ΗΠΑ ή των συμμάχων τους, ικανή να δικαιολογήσει πόλεμο που οι ίδιοι οι Ιρακινοί προσπαθούσαν απεγνωσμένα να αποφύγουν;
Είκοσι τρία χρόνια μετά, ο Κίσλινγκ εξακολουθεί να κοιτάζει την αμερικανική πολιτική με την ίδια κριτική διάθεση. Στην ήττα του Τραμπ, όμως, διακρίνει μια εξέλιξη που μπορεί να βάλει φρένο σε νέες περιπέτειες της Ουάσιγκτον.
Τον Οκτώβριο του 2026, στο Neemrana της Ινδίας, ο Τζον Μπρέιντι Κίσλινγκ, δεύτερος από δεξιά, παίρνει τον λόγο στο διεθνές λογοτεχνικό φεστιβάλ διπλωματών και συγγραφέων «Words Beyond Borders».
Το θετικό νέο
Πρόσφατα ο πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στην ΕΕ, Άντονι Γκάρντνερ, προειδοποίησε ότι η ήττα του Τραμπ στο Κογκρέσο θα μπορούσε να τον στρέψει σε πιο ριζοσπαστική εξωτερική πολιτική, ενδεχομένως και σε νέα επίθεση κατά του Ιράν. Ο Κίσλινγκ αντιμετωπίζει την εκτίμηση αυτή με μεγαλύτερο σκεπτικισμό.
Όπως λέει, ο Τραμπ διαπιστώνει αυτή την περίοδο ότι όλες οι περιπέτειές του στην εξωτερική πολιτική έχουν άσχημο τέλος, του φέρνουν επικρίσεις και απαιτούν χρόνο που δεν θέλει να διαθέσει. Παρατηρεί πως ο Αμερικανός πρόεδρος έχει στραφεί «εμμονικά» στην ανακατασκευή του Λευκού Οίκου, της ανακλαστικής δεξαμενής (reflecting pool) και στην ανέγερση της αψίδας της νίκης του.
Βρίσκεται πλέον, σημειώνει, σε ψυχολογική κατάσταση όπου η εξωτερική πολιτική τού φαίνεται απλώς υπερβολικά δύσκολη και, κατά την κρίση του, δεν θέλει να καταπιαστεί μαζί της. Το εκλαμβάνει ως κάτι θετικό.
Υπενθυμίζει, εξάλλου, ότι η εξωτερική πολιτική κοστίζει και ότι λεφτά δεν υπάρχουν. Το νέο Κογκρέσο, λέει, δεν πρόκειται να του δώσει κονδύλια για να παίζει παιχνίδια, ενώ υπάρχουν όρια στο πόσα μπορεί να μεταφέρει από άλλους προϋπολογισμούς προκειμένου να κάνει ανοησίες. Με αυτά δείχνει ότι δεν ανησυχεί και τόσο.
Πρεσβευτικοί διορισμοί μετά την υπόθεση Γκίλφοϊλ
Μετά την υπόθεση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ και τη μεταβολή των συσχετισμών στο Κογκρέσο, ο Κίσλινγκ διαβλέπει θετικές προοπτικές για τους διορισμούς σε πρεσβευτικές θέσεις.
Ο πρώην διπλωμάτης σημειώνει ότι ο Τραμπ αντιμετώπιζε στην ουσία τους διορισμούς πρέσβεων ως σειρά εύκολων χαρίτων προς διάφορα πρόσωπα και ως εύκολο μέσο εξυπηρέτησης σκοπιμοτήτων. Έπειτα, όμως, άφησε δεκάδες πρεσβείες χωρίς επικεφαλής και μόλις τους τελευταίους μήνες είχε αρχίσει να καλύπτει τις θέσεις αυτές.
Για τον Κίσλινγκ είναι απολύτως σαφές ότι στο εξής δεν θα περνούν διορισμοί πολιτικών προσώπων που είναι προφανώς ανίκανα να ανταποκριθούν στα καθήκοντά τους. Συνεπώς, ο Τραμπ θα χρειαστεί να στηριχθεί σε διπλωμάτες καριέρας, τουλάχιστον για τις πρεσβευτικές θέσεις, στα επόμενα δύο χρόνια.
Το κρίνει θετικό, γιατί θα αποκαταστήσει εν μέρει την ισορροπία. Κατά την παράδοση, οι πολιτικοί διορισμοί θα έπρεπε να καλύπτουν περίπου το 30% των αμερικανικών πρεσβειών, ενώ τελευταία το ποσοστό ήταν πολύ υψηλότερο.
Την εξέλιξη τη χαρακτηρίζει θετική. Η άλλη εκδοχή, βέβαια, είναι να αφήσει απλώς τις θέσεις κενές.
Ελληνοτουρκικά και ο σταθεροποιητικός ρόλος των ΗΠΑ
Στα ελληνοτουρκικά, ο Κίσλινγκ ελπίζει ότι οι ΗΠΑ θα ξαναβρούν ουσιαστικά τη φωνή τους ως ηγέτιδα δύναμη μιας μεγάλης συμμαχίας, με καθοριστικό ρόλο στο να μείνουν η Ευρώπη και η Μεσόγειος νησίδα σταθερότητας.
Τονίζει, πάντως, πως η Ουάσιγκτον συνεχίζει να επιτελεί τον ρόλο που είχε ανέκαθεν, εκείνον του έσχατου εγγυητή.
Όπως αναφέρει, και η Ελλάδα και η Τουρκία αναγνωρίζουν ότι τα πραγματικά τους συμφέροντα σε βάθος χρόνου στηρίζονται στη σταθερότητα και σε ανταγωνισμό πολύ χαμηλής έντασης, που τους δίνει λόγο να σηκώνονται το πρωί από το κρεβάτι.
Ουκρανία και ο κίνδυνος αν μείνει αδρανής η Αμερική
Για τον ρωσοουκρανικό πόλεμο, ο Κίσλινγκ εκτιμά ότι η εικόνα βελτιώνεται σε κάθε περίπτωση μετά τις εκλογές σε πολιτικό επίπεδο, δηλαδή ως προς τη στάση απέναντι στην Ουκρανία. Η δυνατότητα, όμως, να εφαρμοστεί αυτή η πολιτική μικραίνει μετά την κάλπη.
Θεωρεί ότι θα γίνει πολιτικά πολύ δυσκολότερο για τον Τραμπ να προχωρήσει σε κάτι πραγματικά ανόητο στο ουκρανικό. Προσθέτει, εξάλλου, ότι ο πρόεδρος έχει ήδη συναντήσει αντιδράσεις από το Κογκρέσο.
Φοβάται, ωστόσο, ότι η Ουάσιγκτον θα αφήσει την κατάσταση στην Ουκρανία να κυλήσει χωρίς ουσιαστική παρέμβαση. Η αδράνεια αυτή, εκτιμά, θα γεννήσει κινδύνους αν η Ευρώπη δεν μπορέσει να την καλύψει, την ώρα που το στρατιωτικό τοπίο παραμένει εξαιρετικά ρευστό.
Η ΕΕ, λέει, δεν έχει καμία διάθεση να πολεμήσει. Ας το πούμε ειλικρινά, σημειώνει. Θα ήθελε η Ουκρανία να πετύχει στρατιωτικά την επαναφορά της κατάστασης που ίσχυε πριν από την εισβολή. Δυστυχώς, όμως, ούτε εκείνη η προ της εισβολής κατάσταση ήταν ιδιαίτερα σταθερή.
Κέρδος για την ΕΕ
Κατά τον Κίσλινγκ, το εκλογικό αποτέλεσμα βοηθά την ΕΕ να κρατήσει τη σημερινή της γραμμή, που συνίσταται στο να δίνει στον Τραμπ περισσότερα από όσα θα έπρεπε, αλλά όχι τόσα όσα ζητά.
Είναι σαφές, λέει, ότι οι εκλογές αυτές διευκολύνουν πολύ την ΕΕ να υποστηρίξει πως ο αμερικανικός λαός δεν είναι και τόσο κακός και ότι οι συμβιβασμοί με τον Τραμπ, αν και αναγκαίοι, δεν έχουν μόνιμο χαρακτήρα. Θα σβήσουν στις επόμενες εκλογές.
Ρωσία: δυσοίωνα νέα
Η ήττα των Ρεπουμπλικανών, αντίθετα, δεν συνιστά ιδιαίτερα θετική εξέλιξη για τη Ρωσία, κατά τον Αμερικανό ειδικό.
Η εξήγηση είναι ότι η Μόσχα έχει καταφέρει να χειραγωγεί τον Τραμπ όποτε το χρειάζεται. Όχι σε βαθμό που να λύνει τα προβλήματά της, αλλά αρκετά ώστε να ενθαρρύνει τον πληθυσμό στο εσωτερικό να πιστεύει ότι τα προβλήματα αυτά μπορούν να λυθούν.
Έτσι, εκτιμά ο Κίσλινγκ, η αποδοκιμασία του Τραμπ από τους Αμερικανούς ψηφοφόρους τον καθιστά λιγότερο χρήσιμο χαρτί για τον Πούτιν στα επιχειρήματα που χρησιμοποιεί στην εσωτερική πολιτική σκηνή.
Στην πλευρά των κερδισμένων η Κίνα
Ως προς τον αντίκτυπο των εκλογών στην Κίνα, ο Κίσλινγκ δεν πιστεύει ότι το Πεκίνο ενδιαφερόταν για το ποιος θα επικρατούσε.
Από τη μία, έχει βρει τρόπο να προσαρμόζεται στις πολιτικές του Τραμπ. Από την άλλη, υπογραμμίζει ότι το νέο Κογκρέσο, καθώς θα εστιάζει περισσότερο στη μείωση του κόστους ζωής, θα επιδιώξει να ρίξει τους δασμούς και να απλοποιήσει ξανά το εμπόριο. Για το δεύτερο, πάντως, δεν μπορεί να γνωρίζει πόσο αποτελεσματικά θα τα καταφέρει.
Ως τώρα, λέει, επικρατούσε σχεδόν παράλυση εξαιτίας της ανικανότητας του Τραμπ. Στο εξής η παράλυση θα οφείλεται στον κατακερματισμό της εξουσίας στην Ουάσιγκτον. Κατά συνέπεια, η Κίνα θα αποκομίζει από την κατάσταση αυτή οφέλη με αρκετά συστηματικό τρόπο.
Ο ελιγμός απέναντι στο Ισραήλ
Ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι τερματίζεται η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς το Ισραήλ. Για τον Κίσλινγκ, όμως, πρόκειται για πολιτικό ελιγμό και όχι για ρήξη στις αμερικανοϊσραηλινές σχέσεις.
Η πρόσφατη νομοθεσία για το Υπουργείο Άμυνας, εξηγεί, δίνει ουσιαστικά στον Τραμπ και στο Πεντάγωνο τεράστια περιθώρια να προσφέρουν βοήθεια στο Ισραήλ με άλλους τρόπους. Στην ουσία, πρόκειται για επανασυσκευασία της συνεργασίας.
Κατά τον ίδιο, η πραγματική αξία της αμερικανικής βοήθειας είναι πιθανό να μείνει πολύ υψηλή. Απλώς δεν θα φέρει αυτή την ονομασία.
Η στάση της αμερικανικής κοινής γνώμης απέναντι στη στήριξη προς το Ισραήλ έχει, κατά την εκτίμησή του, αλλάξει αρκετά. Ο Τραμπ θα χρειαστεί να κινηθεί πιο προσεκτικά, πιστεύει όμως ότι μπορεί να συνεχίσει να στέλνει βόμβες. Και ο Νετανιάχου είναι βέβαιος γι’ αυτό.
Ο μεγαλύτερος φόβος
Η μεγαλύτερη ανησυχία του Αμερικανού πρώην διπλωμάτη είναι οικονομική και αφορά τόσο τις ΗΠΑ όσο και την Ευρώπη.
Τον απασχολεί πάνω από όλα το ότι Ηνωμένες Πολιτείες και Ευρώπη έχουν φορτωθεί χρέος τόσο δυσανάλογο προς το μέγεθος των οικονομιών τους, ώστε η αντίδραση γίνεται πλέον πολύ δύσκολη και ακριβή, όταν χρειάζεται να διατεθούν οι τεράστιοι πόροι που θα απαιτήσει η επόμενη κρίση. Την κρίση αυτή τη θεωρεί βέβαιη.
Πιστεύει ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής δεν έχουν τα εργαλεία που χρειάζονται για να την αντιμετωπίσουν και ότι, έτσι, πολλά πράγματα μπορούν να καταρρεύσουν.
Μονάχα οι επιθέσεις στον κυβερνοχώρο κατά των συστημάτων που ελέγχουν την εναέρια κυκλοφορία, λέει, γεννούν τεράστιες αλυσιδωτές συνέπειες. Και γνωρίζει ότι τα ζητήματα αυτά δεν τα αντιμετωπίζουμε.
Τον τρομάζει κυρίως το ενδεχόμενο η Δύση να μην έχει απόθεμα πόρων που να μπορεί να κινητοποιηθεί αρκετά γρήγορα ώστε να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα. Η σύνδεση, εν μέρει, βρίσκεται στο ότι η βιομηχανική βάση των ΗΠΑ έχει συρρικνωθεί τόσο πολύ έναντι της κινεζικής, αλλά και σε σχέση με τις ανάγκες της ίδιας της Αμερικής.
Ο Τραμπ παραδέχθηκε πως, μολονότι ο πόλεμος στο Ιράν ευθύνεται για την ήττα, θα τον ξανάκανε. Κατά ειρωνική σύμπτωση, ούτε ο Κίσλινγκ μετάνιωσε ποτέ που «κρέμασε τα γάντια» εξαιτίας ενός πολέμου της χώρας του, στον οποίο είχε ταχθεί σθεναρά αντίθετος.

































